13 Απριλίου, 2024

Γιατί οι μετοχές κοινής ωφέλειας διανύουν τη χειρότερη χρονιά της 15ετίας

Ο πιο αξιόπιστος τομέας της χρηματιστηριακής αγοράς κάθε άλλο παρά επιβεβαίωσε τη φήμη του την προηγούμενη εβδομάδα, καθώς οι επενδυτές αποφεύγουν τις μετοχές κοινής ωφέλειας και στρέφονται σε μεγαλύτερες αποδόσεις και μικρότερο ρίσκο στα ομόλογα.

Ο κλάδος των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας του S&P 500 έχει υποχωρήσει κατά 21% από την αρχη του έτους, και οδεύει προς τη μεγαλύτερη πτώση του από το 2008 (-5% εκείνη τη χρονιά) ενώ υπολείπεται σημαντικά από το +11% του ευρύτερου δείκτη. Μόνο τις τελευταίες δύο εβδομάδες ο κλάδος έχει “βουτήξει” 12%, καθώς οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ενισχύονται, με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ να έχει στείλει σήμα πως θα προχωρήσει σε άλλη μία αύξηση των επιτοκίων της έως το τέλος του 2023. Τα στοιχεία για την αγορά εργασίας που ανακοινώθηκαν την Παρασκευή έδειξαν ότι η αμερικανική οικονομία πρόσθεσε 336.000 θέσεις εργασίας τον Σεπτέμβριο, μέγεθος σχεδόν διπλάσιο από τις μέσες εκτιμήσεις των αναλυτών, ενισχύοντας την πεποίθηση ότι η Fed θα συνεχίσει την περαιτέρω σύσφιξη της πολιτικής της. Παράλληλα, η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου των ΗΠΑ βρίσκεται στο 4,8% ενώ το 2ετές ξεπερνά το 5,1%. Και τα δύο ομόλογα έχουν καταγράψει υψηλά 16 ετών.

Τα πράγματα έγιναν χειρότερα για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, μετά την απόφαση της εισηγμένης NextEra Energy Partners (NEP) -θυγατρική της NextEra Energy (NEE), της μεγαλύτερης εταιρείας του κλάδου με βάση την κεφαλαιοποίησή της που ανέρχεται στα 96 δισ. δολάρια- να μειώσει τον ρυθμό αύξησης του μερίσματος στο 6% -τουλάχιστον μέχρι το 2026- από 12%-15%. Η μετοχή της NEP έχει καταρρεύσει χάνοντας 58% τις τελευταίες δύο εβδομάδες, ενώ η μητρική έχει υποχωρήσει κατά 30% στην ίδια περίοδο.

“Είχαμε τρία γεγονότα σχεδόν ταυτόχρονα: την αύξηση της απόδοσης των ομολόγων, το καμπανάκι της ΝΕΡ που ψαλίδισε το μέρισμα, και τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας που ήδη έχουν τον ίδιο πονοκέφαλο μετά από μια εποχή μεγάλων αποδόσεων”, εξηγεί ο αναλυτής της Mizuho, Anthony Crowdell. “Όλα αυτά μέσα σε μιάμιση εβδομάδα”.

Αυτοί που επενδύουν στις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας θυσιάζουν την ανοδική δυναμική των πιο αβέβαιων κλάδων, όπως η τεχνολογία, επιλέγοντας είτε πιο αξιόπιστες αποδόσεις είτε μεγαλύτερα μερίσματα. Η μέση απόδοση του κλάδου βρίσκεται σήμερα περίπου στο 4%, σε σύγκριση με τη συνολική μερισματική απόδοση του S&P 500 που είναι στο 1,6%.

Τα τελευταία 15 χρόνια, σύμφωνα με τον Crowdell, η μερισματική απόδοση του κλάδου ήταν κατά μέσο όρο 1,05% πάνω από την απόδοση του 10ετούς ομολόγου, ανταμείβοντας τους επενδυτές για τον πρόσθετο κίνδυνο που αναλαμβάνουν έχοντας στην κατοχή τους μετοχές του κλαδου, αλλά οι κινήσεις των επιτοκίων από την αρχή του έτους έχουν διαταράξει αυτή την ισορροπία. Οι “διψασμένοι” για αποδόσεις επενδυτές δεν δίστασαν να πουλήσουν τις μετοχές κοινής ωφέλειας και να αγοράσουν πιο ελκυστικά περιουσιακά στοιχεία σταθερού εισοδήματος. Οι αναλυτές αναμένουν ότι “ο πόνος θα συνεχιστεί όσο δεν μειώνονται τα επιτόκια. Τα εταιρικά ομόλογα επενδυτικής βαθμίδας, όπως το iShares iBoxx Investment Grade Corporate ETF [LQD], αποδίδουν σήμερα περίπου 6% και το iShares Broad USD High Yield Corporate Bond ETF [USHY] 9%.

“Δεν μπορούμε να συστήσουμε ‘buy’ μέχρι να σταθεροποιηθεί η μακροοικονομική εικόνα, κάτι που μπορεί να πάρει χρόνο”, λέει ο Andrew Weisel, αναλυτής της Scotiabank για τις επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας.

Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας είχαν να μείνουν τόσο πίσω σε σύγκριση με την υπόλοιπη αγορά από το 1999, όταν ο κλάδος υποχώρησε κατά 9%, ενώ ο S&P 500 ενισχύθηκε κατά 20%. Κρίνοντας εκ των υστέρων ηταν μια καλή στιγμή να αγοράσεις. Το 2000 οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας κέρδισαν 57%, σε σύγκριση με το -9% του S&P 500 εκείνο το έτος, ενώ οι αποδόσεις των ομολόγων μειώθηκαν και οι επενδυτές αποσύρθηκαν από τις μετοχές τεχνολογίας για να στραφούν σε πιο ασφαλή καταφύγια.

Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας υπεραπέδωσαν στα δύο πτωτικά έτη της αγοράς από το 2008 και μετά: σημείωσαν κέρδη 4,1% το 2008 και 1,6% πέρυσι. Ο κλάδος εισέρχεται σε αχαρτογράφητα νερά, έχοντας να αντιμετωπίσει τις συνέπειες των επικίνδυνων καιρικών συνθηκών. Η Hawaiian Electric Industries (HE) διολίσθησε κατά 63% τον Αύγουστο, αφου οι γραμμές της ηλεκτροδότησης στο Μάουι είτε καταστράφηκαν ολοσχερώς είτε υπέστησαν σοβαρές ζημιές από τη φονική πυρκαγιά στο νησί της Χαβάης, γεγονός που ξεσήκωσε κύμα μηνύσεων κατά της εταιρείας από επενδυτές αλλά και την κομητεία του Μάουι.

“Αν έχετε συμμετοχή σε μια εταιρεία με απόδοση 10%, αλλά η μετοχή της χάσει 30% εξαιτίας των πυρκαγιών, θα διερωτηθείτε για ποιον λόγο κάνετε αυτή την επένδυση”, επισημαίνει ο αναλυτής της BMO Capital Markets, James Thalacker. “Και δεν είναι μόνο οι πυρκαγιές. Υπήρξαν περιοχές που επλήγησαν από άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα, όπως ανέμους με ταχύτητα 80-90 μιλίων/ώρα ή καταιγίδες που το σύστημα δεν ήταν έτοιμο να αντιμετωπίσει”.

Τα υψηλά επιτόκια αυξάνουν το κόστος δανεισμού για τα έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, στρέφοντας τους αναλυτές προς εταιρείες με ισχυρούς ισολογισμούς που αναμενεται να υπεραποδώσουν. Οι Crowdell και Weisel προτείνουν τους τίτλους των DTE Energy (DTE) και CMS Energy (CMS), ανταγωνίστριες επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας με έδρα το Μίσιγκαν. Και οι δύο έχουν υποχωρήσει κατά περίπου 20% από την αρχή του έτους, αλλά συνεχίζουν να αυξάνουν σταθερά τον τζίρο και τα κέρδή τους. Ο Crowdell επισημαίνει ως θετικό παράγοντα το φιλικό ρυθμιστικό περιβάλλον του Μίσιγκαν για τις εν λόγω εταιρείες. Η CMS διαπραγματεύεται με πολλαπλασιαστή P/E 20,7, υψηλότερο από των περισσότερων μετοχών του κλάδου, και η DTE στις 14,7 φορές τα κέρδη. Ο Thalacker συμφωνεί ότι η CMS συγκαταλέγεται στις επιχειρήσεις με τα ποιοτικότερα χαρακτηριστικά στον κλάδο, μαζί με την Alliant Energy (LNT) με έδρα το Ουισκόνσιν και την CenterPoint Energy (CNP) του Τέξας.

“Εξετάζοντας τους μακροοικονομικούς κινδύνους, τον πληθωρισμό και τα υψηλότερα επιτόκια, διαπιστώνουμε ότι ορισμένες εταιρείες θα δυσκολευτούν να πετύχουν τους στόχους τους για τα κέρδη”, λέει ο Crowdell. “Επιλέξτε μετοχές ποιότητας, ακόμη και αν πληρώνετε μεγαλύτερο πολλαπλασιαστή, αφού αυτές οι εταιρείας θα μπορέσουν να αντεπεξέλθουν στις προκλήσεις”.

Πηγή: FORBES